274.

Τη νέα χρονιά που ξημερώνει
θα ήθελα απλώς να πεθάνω,
έτσι για να γίνει κάτι
που θα έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον.

Τώρα θέλω μιαν άκρη,
μιαν ακρούλα στη σκέψη σας.
Να χωρέσω να κοιμηθώ
για ένα βράδυ και για όλα.

Στ. Βλ.

Advertisements

273.

Σε συναντήσαμε στο προαύλιο της παλιάς εκκλησίας. Σου ευχηθήκαμε χρόνια πολλά. Η απλότητά σου μας κράτησε περισσότερο από μια ώρα στο κρύο. Τα λόγια σου όμως ήταν τόσο ζεστά που δε θέλαμε να φύγουμε. Στο τέλος φιληθήκαμε κι αποχαιρετιστήκαμε σαν παλιοί καλοί φίλοι ένω πριν μια ώρα ήμαστε άγνωστοι Παναγιώτη.

Χρόνια πολλά λεν οι ζωντανοί

χιόνια πολλά απαντούν οι πεθαμένοι.

Γ. Β.

272.

Τ’ απομεινάρια του καπνού σου στον πάγκο της κουζίνας.
Τ’ απομεινάρια του κρασιού σου στο ποτήρι μου.
T’ απομεινάρια του φιλιού σου στο στόμα μου.
Τ’ απομεινάρια του σώματός σου στο κρεββάτι μου.
Τ’ απομεινάρια της λύπης σου στο δρόμο.
Τ’ απομεινάρια της ύπαρξής μας στο θάνατο.

Πρέπει να εφεύρω καινούργια υφάσματα
να περικλείσουν τη λύπη σου
που την αφήνεις πεινασμένη  κι άστεγη
να ζητιανεύει πλασματικές χαρές
σε στόματα δίχως δόντια.

Στ. Βλ.

271.

Το δαχτυλίδι στο χέρι σου. Το χέρι σου στο κορμί μου. Το κορμί μου μέσα στο δικό σου. Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου πια, μια αηδία μόνο και μια απίστευτη ενοχή για όσα εν γνώσει μου άφησα να συμβούν. Τώρα που τα έχω διαλύσει όλα δεν ξέρω ποιο μπορεί να είναι το τέλος σ’ αυτή την κατηφόρα.

270.

Σε ξέρω πιο καλά απ’ όλους ίσως. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που άγγιξα. Ακούγοντας την καρδιά σου αποκοιμιόμουν. Γεννηθήκαμε μαζί σχεδόν. Πέντε λεπτά μας χωρίζουν και μας ενώνουν ταυτόχρονα. Από τύχη ίσως δεν ήμουν στη θέση σου. Παιχνίδια της μοίρας κάποιος θα πει. Ακίνητη η ζωή σου. Ποιός ξέρει. Θα σε βάρυναν πολύ οι τέσσερις τοίχοι. Εγώ έφευγα όταν δεν άντεχα, μα δεν μπόρεσα να γίνω ούτε τα πόδια σου, ούτε τα μάτια σου, ούτε η φωνή σου. Έζησα μια ζωή πέρα από εσένα. Έρχομαι και φεύγω τόσο γρήγορα, μα επιστρέφω πάντα στο βλέμμα σου με μια υποψία ενοχής. Δεν ξέρουμε καν αν μας βλέπεις. Μας αναγνωρίζεις πάντως. Κι αν στα μάτια των ξένων μοιάζουμε τόσο ίδιοι, άσε με να σου πω τη μόνη μας διαφορά. Εσύ μπορείς ν’ αγαπάς με όλη σου την καρδιά, έτσι ολοκληρωτικά όπως αξίζει να δίνεται η αγάπη κι αυτό το έχουμε εισπράξει όλοι μας τριανταέξι κιόλας χρόνια. Απ´ το δωμάτιό σου λοιπόν ανάπηρος βγαίνω κάθε φορά και σέρνομαι σ´ έναν κόσμο, όπου δεν μπορώ ν’ αγαπήσω όπως εσύ, τίποτα ποτέ και κανέναν.

Δεν είμαστε παρά εγώ κι εσύ
σ´ αντιπαράθεση με τους εαυτούς
που αφήσαμε πίσω μας
λίγο πριν γεννηθούμε.

Στ. Βλ.

 

269.

Λίγο πριν φύγω κοιταχτήκαμε, κάναμε μια αγκαλιά, δώσαμε ένα πεταχτό φιλί και κατεβήκαμε βιαστικά στην οδό Henri Ginoux. Έξω είχε βρέξει κι έπρεπε να προλάβω το αεροπλάνο. Το προηγούμενο βράδυ που κοιμόμασταν μαζί, άφησα το χέρι μου στο στήθος σου κι αισθανόμουν την καρδιά σου να χτυπά. Ήταν η ζεστασιά του σώματός σου, το αίμα που κύλαγε στις φλέβες σου, η ανάσα σου που έσκιζε τη σιωπή μια θαλπωρή στην ύπαρξή μου. Ήταν όλα αυτά που τις ώρες της μεγάλης μοναξιάς κι η σκέψη τους μονάχα μπορεί να σε συντρίψει. Πώς όμως να αντέξεις το εφήμερο; Τί κόπος και τί θυσίες για να νιώσεις ζωντανός; Δυο μέρες πριν κρατούσες το χέρι μου μες στο δικό σου χέρι κι είχα την ψευδαίσθηση πως όλος ο κόσμος μας ανήκει.  Θα ήθελα να μιλάω τις γλώσσες όλου του κόσμου, για να αισθάνομαι το σ´ αγαπώ σου μόνο και να σου πω κι εγώ όλα αυτά που δεν μπορώ αλλιώς να σου εξηγήσω: πώς μεγαλώσαμε ένα ψέμα, πως στη ρυτίδα του ματιού σου άφησα το τελευταίο μου χάδι και πως όταν χωρίστηκαν τα χείλη μας, ένα τέλος βαρύ σωριάστηκε ανάμεσά μας.
Καίει η ψυχή τα τελευταία ψέματά της για να θερμάνει το  ανεκπλήρωτο. Πονάω όχι για αυτό, μα για το μάταιο. Κλείνουν οι κύκλοι της ζωής, γυρίζει ο καθένας ήσυχος στο δικό του μικρό θάνατο, μ´ένα ξεχασμένο φιλί στης μνήμης την άκρη.

…Βροχή ή δάκρυα, έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε, εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς του τελευταίου φύλλου…(Κ.Δ.)

268.

Έζησες τόσο έξω από τον κόσμο αυτό, που ο σημερινός σου θάνατος απλά επισημοποίησε το ήδη συντελεσμένο. Εν αγνοία σου, έκανες στάση ζωής φιλοσοφικές αλήθειες, που άλλοι θέλουν χρόνια μελέτης απλά και μόνο για να τις κατανοήσουν κι εσύ ήσουν μια γυναίκα που δεν ήξερε καν να διαβάζει…