267.

Κι αρκεί η κουβέντα με μια φίλη μας κοινή να γυρίσει στη μνήμη μου όσα επιμελώς προσπαθώ να ξεχάσω. Η εποχή που ζήσαμε μαζί ίσως να έχει υπάρξει η ομορφότερη μέχρι τώρα της ζωής μου και πώς να την ξεχάσω και κυρίως γιατί. Σταμάτησα κάθε επικοινωνία μαζί σου για να μπορέσω να προχωρήσω αλλά μάταια. Όλα περιστρέφονται, όλα επιστρέφουν, όλα παρόντα εκτός από εσένα. Με το ζόρι προσπαθώ να δημιουργήσω φωτιά εκεί που ούτε σπίθα δεν υπάρχει, μόνο για να καεί το είδωλό σου που με καταδιώκει. Δεν έχει υπάρξει ούτε μια μέρα που να μη σε σκεφτώ κι ας  έχουν περάσει χρόνια δύο και βάλε απ’ όταν έπεσαν οι τίτλοι του τέλους. Ας το παραδεχτώ πώς στην ουσία μόνο εσένα θέλω ακόμα για αυτό και δεν υπάρχει χώρος γι’ άλλον κανέναν. Φυσικά η ζωή προχωρά κι ελπίδα επιστροφής στα περασμένα καμιά δεν υπάρχει. Δε θα δεχόμουν κιόλας να γυρίσω σε κάτι που τέλειωσε μια φορά. Να προχωρήσω παρακάτω πάλι δεν έχω κουράγιο. Αρκεί μια ευγνωμοσύνη για οσα πέρασαν κι υπομονή για όσα η άρνησή μου δεν αφήνει να έρθουν.

Ces yeux sont des puits faits d’un million de larmes,
Des creusets qu’un métal refroidi pailleta…
(C.B)

 

266.

…όταν ήρθε κι ορφάνεψα κι απ’ τον τελευταίο φίλο μου, λέει, αποχαιρετιστήκαμε με μια χούφτα χώμα ξερό, ύστερα βιαστικά τα χέρια μου έπλυνα και πίσω μου τα νερά τίναξα , το κακό να ξορκίσω. Με σιωπή πότισα τα χείλη και πήρα το δρόμο της επιστροφής σκεπτόμενος τα περασμένα. Προσπάθησα να θυμηθώ κάθε πρόσωπο που πέρασε απ’ τα μάτια μου και τη φωνή όσων άκουσα ποτέ, τα αγγίγματα που μείναν στο κορμί μου, τη γεύση των χειλιών που ίσως κάποτε φίλησα.  Κι έπρεπε να συρθώ στα βάθη της ύπαρξής μου για να καταλάβω πως δεν είμαι παρά ένα παλίμψηστο των ανθρώπων που πέρασαν απ’ τη ζωή μου,  λησμονημένοι κι αλησμόνητοι, ψυχές σωματούμενες με μοίρα κοινή.

265.

Τα τελευταία ενθύμια της σχέσης μας ανήκουν, από τις δεκατρείς του Απρίλη, στη συλλογή ενός μουσείου στο Ζάγκρεμπ. Η επιστολή που τα συνόδευε έκλεινε με αυτά τα λόγια: «…αντιλαμβάνομαι τελικά πόση δύναμη έχει ο έρωτας να διαστρεβλώνει την πραγματικότητα…» Αυτή ίσως η αντίληψη ξέρεις, με κάνει να μη θέλω να ερωτευτώ ξανά στη ζωή μου. Ήταν αρκετά όλα αυτά τα χρόνια, τα δράματα, οι εντάσεις, η τρικυμμία εν κρανίω, όλα χωρίς κανένα νόημα, άσε που μετά από κάποια ηλικία ο έρωτας φαντάζει ξένος, παράταιρος, γελοίος, αφάνταστα γελοίος.

264.

Πέρασε η εποχή που έψαχνα απεγνωσμένα να σε βρω και σήμερα έπεσα πάνω σου εκεί που δεν το περίμενα. Σε βλέπω με την απόσταση του χρόνου κι αναρωτιέμαι τι σκατά σου είχα βρει εκείνη την εποχή κι ασχολήθηκα μαζί σου. Το έχω πάθει αρκετές φορές. Φταίει μάλλον η ψυχολογική κατάσταση που βρίσκομαι κατά καιρούς κι αυτός ίσως είναι ένας τρόπος να δικαιολογήσω τις ευάριθμες μαλακίες που έχω κάνει.
Αν κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν, οι άνθρωποι που ήρθαμε κοντά ερωτικά και πραγματικά αξίζανε είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού και δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα επικοινωνούμε μεταξύ μας. Τα πρόσωπα τα άξια τιμής δεν μπορούμε να τα βγάλουμε απ’ τη ζωή μας γιατί αυτά μας καθορίζουν και σαν φάροι φωτίζουν ό,τι πιο όμορφο έχουμε ζήσει.
Το λογικό ερώτημα φυσικά που χρήζει απάντησης τώρα είναι γιατί έχω κάνει τόσο ατυχείς επιλογές στη μέχρι τώρα ζωή μου και πώς θα τις αποφύγω στο μέλλον. Νομίζω η ανάγκη για ψυαχανάλυση έρχεται όλο και πιο κοντά…

261.

Σβηστές επιθυμίες
αποτσίγαρα πάθη,
στάχτη οι αναμνήσεις
αισθήματα καπνός,
σταχτοδοχείο η καρδιά γεμάτο
που δεν μπορείς ν’ αδειάσεις.

Γεμίσαν τα σταχτοδοχεία σβησμένα δάχτυλα.
(Β.Λ.)