261.

Σβηστές επιθυμίες
αποτσίγαρα πάθη,
στάχτη οι αναμνήσεις
αισθήματα καπνός,
σταχτοδοχείο η καρδιά γεμάτο
που δεν μπορείς ν’ αδειάσεις.

Γεμίσαν τα σταχτοδοχεία σβησμένα δάχτυλα.
(Β.Λ.)

260.

Μπορεί να μας χωρίζουν χιλιόμετρα εδώ και χρόνια αλλά δεν πάψαν ποτέ οι ψυχές μας να βρίσκονται κοντά. Αν κάτι θυμάμαι χαρακτηριστικά από τα παιδικά μας χρόνια είναι το πόσο γρήγορα μιλούσες. Σπάνια κάποιος που δε σε γνώριζε καιρό μπορούσε να καταλάβει τί έλεγες κι ως επακόλουθο όλοι ρωτούσαν εμένα που συνήθως ήμουν δίπλα σου «τί είπε;».  Από τότε περάσανε είκοσι χρόνια κι όμως ακόμα μιλάς τόσο γρήγορα, μόνο που τώρα πρέπει να μιλάμε αγγλικά για να μπορεί να συμμετέχει στη συζήτηση η κοπέλα σου που δεν μιλάει ελληνικά. Είναι πολύ νέα για να καταλάβει το μεγαλείο της ψυχής σου αλλά πολύ τυχερή που θα βρίσκεται δίπλα σου να το ανακαλύψει.

259.

Μια λίστα βρήκα με ψώνια: χαρτάκια rizla γαλάζια, καπνό old holborn κίτρινο μεγάλο, ελαιόλαδο, γαλοπούλα, nescafe. Μια μικρή καθημερινότητα με τα γράμματά σου. Το μολύβι σου βρήκα επίσης, δώρο της  πρώτης φυγής κι ενθύμιο ύστερα χωρισμού.  Κάποτε μ’ αυτό έγραφες τις σκέψεις σου. Είναι αστείο που τα πράγματά σου είναι εδώ κι εσύ αλλού. Περιεργάζομαι το μολύβι σου και σκέφτομαι πως το μόνο που γράψαμε παρέα ήταν ένας επίλογος σ’ αυτό που ποτέ δεν καταφέραμε να παραδεχτούμε πως είχαμε. Δειλοί υπήρξαμε ξέρεις κι αυτό με θυμώνει πιο πολύ απ’ όλα. Και τώρα που από λάθος τα πράγματά σου βρεθήκαν στο νέο μου σπίτι ξεκίνησα να τα μοιράζω δεξιά κι αριστερά γιατί δεν έχω το σθένος να τα βλέπω χωρίς να με νοιάζει. Πέρασε τόσος καιρός κι ακόμα με νοιάζει. Τί τραγικό ρε φίλε…

258.

Ούτε σκυλί δεν καρτερεί,
ούτε γυναίκα ούτε παιδί
σημάδι κανένα του κορμιού
δεν περιμένει αναγνώριση.
Μνηστήρες μελλοθάνατοι τα περασμένα
οδύσσειες σωμάτων χωρίς προορισμό,
σε ασυντρόφιαστο μοναχικό ταξίδι.