276.

Εκείνο το μπλε ραδιοφωνάκι δεν μπόρεσα να το πετάξω, κι απόψε που γι’ άλλη μια φορά πακετάρω για ένα νέο ταξίδι, το βρήκα και θυμήθηκα τη χαρά σου όταν μου το είχες κάνει δώρο. Προσπάθησα να το ανοίξω αλλά με δυσκολία δουλεύει πια. Το άφησα στην άκρη κι άρχισα να σιγοτραγουδώ «…αυτή είναι αγάπη μας που καίει δυο αιώνες τα καλοκαίρια μοναχή κι έρημη τους χειμώνες». Ακόμα δεν εχω καταφέρει να ξεκαθαρίσω μαζί σου κι ακόμα έρχεσαι τα βράδια του Απρίλη στη μνήμη μου  ως στίχος, ως σκέψη ή ως απουσία.

Advertisements

275.

Έδιωξα ό,τι μπορούσα να πονέσω
και ταξίδι ξεκίνησα  αντίστροφο
την αρχή μου να βρω,
στο σκοτάδι μιας μήτρας.
Μάνα μου ονόμασα
τον δήμιο του φωτός
και μια κραυγή άφησα
ενθύμιο του σύμπαντος κόσμου.
Σε ένα κρύο δωμάτιο ξημερώνω,
περιμένοντας τον ήλιο, να λιώσω.
Στα χέρια μου κρατώ μια ανάσα,
του κακού την πρώτη ρίζα
δώρο στο απών άπειρο,
αντίδωρο της σκέψης σου.
Αυτοκτονώ αντιστρόφως
χωρίς περίστροφα,
χωρίς περιστροφές
ξαναγεννώ το αντίο
του κόσμου που αγάπησα.
Αφήνω στα βήματά σου
το διάφανο εγώ μου
να ξεγελάσω εκείνο
το ελαφρύ μειδίαμα
που ένα βράδυ ξέχασες
στο πάτωμα του σπιτιού μου.
Με μελάνι σινική
σε χαρτί ανακυκλωμένο
γράφω τη διαθήκη μου
σε τρεις παραλλαγές
για να μη δυσαρεστήσω
τους καλοθελητές
της οδύνης.
Δεν πρόλαβα να χαιρετήσω
τον κακό εαυτό μου
αλλά μπροστά θα τον βρω
στον τελωνισμό της ψυχής.
Στη στροφή μετά τα διόδια θα περιμένω
με άλλους φόβους συγγενείς
χρόνος νεκροφόρος να περάσει.
Δε μπορώ ν’ ακολουθήσω
το πρώτο κλάμα μου
ούτε το τελευταίο δικό σου,
κράτα τα δάκρυα για τις γλάστρες
και το ποτήρι σπάσε
που έπινα νερό.
Μη σπαταλάς τους ασπασμούς
θα ΄ρθεί ο τελευταίος
και δε θα χεις.
Μη σταυρώνεις τα χέρια σου
γρουσουζιά μεγάλη είναι,
μη μετράς, μη μετράς
έλα να σ’ αγκαλιάσω
όσο ακόμα είμαι ζεστός.

274.

Τη νέα χρονιά που ξημερώνει
θα ήθελα απλώς να πεθάνω,
έτσι για να γίνει κάτι
που θα έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον.

Τώρα θέλω μιαν άκρη,
μιαν ακρούλα στη σκέψη σας.
Να χωρέσω να κοιμηθώ
για ένα βράδυ και για όλα.

Στ. Βλ.

273.

Σε συναντήσαμε στο προαύλιο της παλιάς εκκλησίας. Σου ευχηθήκαμε χρόνια πολλά. Η απλότητά σου μας κράτησε περισσότερο από μια ώρα στο κρύο. Τα λόγια σου όμως ήταν τόσο ζεστά που δε θέλαμε να φύγουμε. Στο τέλος φιληθήκαμε κι αποχαιρετιστήκαμε σαν παλιοί καλοί φίλοι ένω πριν μια ώρα ήμαστε άγνωστοι Παναγιώτη.

Χρόνια πολλά λεν οι ζωντανοί

χιόνια πολλά απαντούν οι πεθαμένοι.

Γ. Β.

272.

Τ’ απομεινάρια του καπνού σου στον πάγκο της κουζίνας.
Τ’ απομεινάρια του κρασιού σου στο ποτήρι μου.
T’ απομεινάρια του φιλιού σου στο στόμα μου.
Τ’ απομεινάρια του σώματός σου στο κρεββάτι μου.
Τ’ απομεινάρια της λύπης σου στο δρόμο.
Τ’ απομεινάρια της ύπαρξής μας στο θάνατο.

Πρέπει να εφεύρω καινούργια υφάσματα
να περικλείσουν τη λύπη σου
που την αφήνεις πεινασμένη  κι άστεγη
να ζητιανεύει πλασματικές χαρές
σε στόματα δίχως δόντια.

Στ. Βλ.

271.

Το δαχτυλίδι στο χέρι σου. Το χέρι σου στο κορμί μου. Το κορμί μου μέσα στο δικό σου. Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου πια, μια αηδία μόνο και μια απίστευτη ενοχή για όσα εν γνώσει μου άφησα να συμβούν. Τώρα που τα έχω διαλύσει όλα δεν ξέρω ποιο μπορεί να είναι το τέλος σ’ αυτή την κατηφόρα.

270.

Σε ξέρω πιο καλά απ’ όλους ίσως. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που άγγιξα. Ακούγοντας την καρδιά σου αποκοιμιόμουν. Γεννηθήκαμε μαζί σχεδόν. Πέντε λεπτά μας χωρίζουν και μας ενώνουν ταυτόχρονα. Από τύχη ίσως δεν ήμουν στη θέση σου. Παιχνίδια της μοίρας κάποιος θα πει. Ακίνητη η ζωή σου. Ποιός ξέρει. Θα σε βάρυναν πολύ οι τέσσερις τοίχοι. Εγώ έφευγα όταν δεν άντεχα, μα δεν μπόρεσα να γίνω ούτε τα πόδια σου, ούτε τα μάτια σου, ούτε η φωνή σου. Έζησα μια ζωή πέρα από εσένα. Έρχομαι και φεύγω τόσο γρήγορα, μα επιστρέφω πάντα στο βλέμμα σου με μια υποψία ενοχής. Δεν ξέρουμε καν αν μας βλέπεις. Μας αναγνωρίζεις πάντως. Κι αν στα μάτια των ξένων μοιάζουμε τόσο ίδιοι, άσε με να σου πω τη μόνη μας διαφορά. Εσύ μπορείς ν’ αγαπάς με όλη σου την καρδιά, έτσι ολοκληρωτικά όπως αξίζει να δίνεται η αγάπη κι αυτό το έχουμε εισπράξει όλοι μας τριανταέξι κιόλας χρόνια. Απ´ το δωμάτιό σου λοιπόν ανάπηρος βγαίνω κάθε φορά και σέρνομαι σ´ έναν κόσμο, όπου δεν μπορώ ν’ αγαπήσω όπως εσύ, τίποτα ποτέ και κανέναν.

Δεν είμαστε παρά εγώ κι εσύ
σ´ αντιπαράθεση με τους εαυτούς
που αφήσαμε πίσω μας
λίγο πριν γεννηθούμε.

Στ. Βλ.